Μετάφραση του "ohnout" σε Ελληνικά
Οι λυγίζω, κυρτώνω, γέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ohnout" σε Ελληνικά.
ohnout
Verb
verb
γραμματική
-
λυγίζω
verbPovažuje se za úspěch, když může pacient ohnout loket.
Θεωρείται επιτυχημένη όταν ο ασθενής μπορεί να λυγίσει τον αγκώνα.
-
κυρτώνω
verbSlovo gibanica vzniklo ze slova gyűba (záhyb nebo vráska) a ze slovesa gibati (ohnout či zatočit).
Η λέξη «gibanica» προέρχεται από τη λέξη «gűba» (δίπλα ή ζάρα) και το ρήμα «gibati» (διπλώνω ή κυρτώνω).
-
γέρνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ohnout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη