Μετάφραση του "prodej" σε Ελληνικά

Οι πώληση, πωλήσεις, Πωλήσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prodej" σε Ελληνικά.

prodej noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Τσεχικά-Ελληνικά λεξικό

  • πώληση

    noun feminine

    akt prodeje výrobku nebo služby výměnou za peníze nebo jiné protiplnění

    Tyto přípravky obsahující povolená náhradní sladidla jsou určeny k prodeji konečnému spotřebiteli jako náhrada za cukr.

    Τα παρασκευάσματα αυτά, που περιέχουν εγκεκριμένα γλυκαντικά, προορίζονται για πώληση στον τελικό καταναλωτή ως υποκατάστατα της ζάχαρης.

  • πωλήσεις

    verb noun

    Zásoby proto nejsou ukazatelem s velkou vypovídací hodnotou a výroba se velmi blíží prodeji.

    Κατά συνέπεια, τα αποθέματα δεν είναι και πολύ αξιόπιστος δείκτης και η παραγωγή παρακολουθεί στενά τις πωλήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prodej " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prodej
+ Προσθήκη

Τσεχικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πωλήσεις

    Prodej sám o sobě však obchodní model neurčuje, a proto ho nelze posuzovat izolovaně.

    Ωστόσο, οι πωλήσεις από μόνες τους δεν καθορίζουν το επιχειρηματικό μοντέλο και, συνεπώς, δεν μπορούν να εξετάζονται μεμονωμένα.

Φράσεις παρόμοιες με "prodej" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prodej" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη