Μετάφραση του "redukce" σε Ελληνικά

Οι μείωση, αναγωγή, ελάττωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "redukce" σε Ελληνικά.

redukce noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Τσεχικά-Ελληνικά λεξικό

  • μείωση

    noun feminine

    Výše zmíněný schodek se projevil v redukci výdajů v rozpočtu na příští rok.

    Το προαναφερθέν χάσμα έχει μεταφραστεί σε μείωση των δαπανών στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους.

  • αναγωγή

    noun feminine

    Představuje zásadní vstup pro chemickou redukci železné rudy.

    Συνιστά απαραίτητο στοιχείο για τη χημική αναγωγή του σιδηρομεταλλεύματος.

  • ελάττωση

    noun feminine

    Pokud je vzdálenost středu podvozku menší než 17 m, není třeba aplikovat redukci šířky.

    Εάν η απόσταση κέντρων φορείου είναι μικρότερη από 17 m, δεν είναι ανάγκη να εφαρμοστεί ελάττωση πλάτους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " redukce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "redukce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "redukce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη