Μετάφραση του "Adam" σε Ελληνικά

Οι Αδάμ, ο Άδάμ, ο Αδάμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adam" σε Ελληνικά.

Adam proper

Adam (bibelsk person)

+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αδάμ

    proper masculine

    Adam (bibelsk person)

    Adam troede ikke selv på hvad slangen sagde.

    Ο Αδάμ δεν πίστεψε στα λόγια του φιδιού.

  • ο Άδάμ

  • ο Αδάμ

    For Adam sagde, at hun ikke måtte spise æblet.

    Γιατί ο Αδάμ... ο Αδάμ της είπε να μην το φάει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

adam
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδάμ

Φράσεις παρόμοιες με "Adam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη