Μετάφραση του "Alkohol" σε Ελληνικά

Οι Αλκοόλ, αλκοόλ, οινόπνευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alkohol" σε Ελληνικά.

Alkohol
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλκοόλ

    Alkohol er en væsentlig faktor i forbindelse med vold i hjemmet og seksuelle overgreb.

    Το αλκοόλ συντελεί σε αξιοσημείωτο βαθμό στη βία στο σπίτι και στις σεξουαλικές επιθέσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alkohol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alkohol noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλκοόλ

    noun neuter
  • οινόπνευμα

    noun neuter

    I de forskellige stater i Europa har vi lært at leve med det stof, som alkohol er.

    Εμείς, στα διάφορα κράτη της Ευρώπης, έχουμε μάθει πώς να αντιμετωπίζουμε το ναρκωτικό που λέγεται οινόπνευμα.

  • αλκοόλη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποτό
    • οινοπνευματώδη
    • Αλκοόλες
    • αλκοολούχο υγρό
    • αλκοόλες

Εικόνες με "Alkohol"

Φράσεις παρόμοιες με "Alkohol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alkohol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη