Μετάφραση του "Bomuld" σε Ελληνικά

Οι Βαμβάκι, βαμβάκι, μπαμπάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bomuld" σε Ελληνικά.

Bomuld
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βαμβάκι

    ίνα φυτικής προέλευσης [..]

    Bomuld og andre naturlige cellulosefrøfibre (inklusive kapok)

    Βαμβάκι και άλλες φυσικές κυτταρινούχες ίνες από σπόρους (συμπεριλαμβανομένου kapok)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bomuld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bomuld w
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαμβάκι

    noun neuter
  • μπαμπάκι

    noun neuter

    Jeg ville nødig kæmpe for bomuld.

    Σίγουρα θυμώνω που πολεμώ για μπαμπάκι.

  • βαμβακιά

    feminine
  • βαμβακερό ύφασμα

    noun

Εικόνες με "Bomuld"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bomuld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη