Μετάφραση του "Boykot" σε Ελληνικά
Οι Μποϊκοτάζ, μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Boykot" σε Ελληνικά.
Boykot
-
Μποϊκοτάζ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Boykot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
boykot
noun
verb
common
γραμματική
-
μποϊκοτάζ
noun neuterMen med boykotten i kraft, bliver der snart knapt med kontanter.
Αλλά με το μποϊκοτάζ εν ισχύ, τα μετρητά θα εκλείψουν σύντομα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη