Μετάφραση του "Energi" σε Ελληνικά

Οι ενέργεια, ενέργεια, δύναμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Energi" σε Ελληνικά.

Energi
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενέργεια

    noun

    Energi er en nødvendighed i et moderne samfund.

    Η ενέργεια αποτελεί ανάγκη στη σύγχρονη κοινωνία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Energi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

energi γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενέργεια

    noun feminine

    Det forudsættes, at der er tilstrækkelig energi til rådighed i driftsbremsesystemets energitransmission.

    Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τροφοδοτείται επαρκής ενέργεια για τη μετάδοση ενέργειας του συστήματος πέδησης πορείας.

  • δύναμη

    noun feminine

    Resultatet lørdag nat vil give Europa ny fælles energi.

    Με δυο λόγια, το αποτέλεσμα του σαββατόβραδου θα δώσει μια νέα, κοινή δύναμη στην Ευρώπη.

Φράσεις παρόμοιες με "Energi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Energi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη