Μετάφραση του "Fod" σε Ελληνικά
Οι πόδι, πόδι, βάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fod" σε Ελληνικά.
Fod
-
πόδι
nounμονάδα μέτρησης μήκους
Jeg går til skolen til fods.
Πηγαίνω με τα πόδια στο σχολείο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fod " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
fod
noun
common
w
γραμματική
-
πόδι
noun neuterανθρώπινο πόδι
Jeg går til skolen til fods.
Πηγαίνω με τα πόδια στο σχολείο.
-
βάση
noun feminine -
οπλή
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πατούσα
- υπόβαθρο
Εικόνες με "Fod"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη