Μετάφραση του "Job" σε Ελληνικά

Οι Ιώβ, εργασία, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Job" σε Ελληνικά.

Job

Job (Bibelen)

+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ιώβ

    proper masculine

    Job havde tydeligvis behov for at få korrigeret sin tankegang.

    Προφανώς, μερικές από τις σκέψεις και τα αισθήματα του Ιώβ χρειάζονταν διόρθωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Job " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

job
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    Over hele verden og især i de fattige lande er hushjælp blandt de lavest betalte job.

    Σε ολόκληρο τον κόσμο και ιδίως στις φτωχές χώρες, οι οικιακές υπηρεσίες συγκαταλέγονται μεταξύ των χαμηλότερα αμειβόμενων εργασιών.

  • δουλειά

    noun feminine

    De vil ha', at jeg udfører et job for dem. Og det gør jeg ikke.

    Είναι κάποιοι τύποι που θέλουν να κάνω μια δουλειά γι'αυτούς, και δεν θα την κάνω.

  • ιώβ

    Job havde tydeligvis behov for at få korrigeret sin tankegang.

    Προφανώς, μερικές από τις σκέψεις και τα αισθήματα του Ιώβ χρειάζονταν διόρθωση.

  • κάματος

    noun

Εικόνες με "Job"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Job" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη