Μετάφραση του "Menopause" σε Ελληνικά

Το εμμηνόπαυση είναι η μετάφραση του "Menopause" σε Ελληνικά.

Menopause
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμηνόπαυση

    noun

    • præmatur menopause • misdannelser af kønsorganerne • specifikke tumorer i livmoderen

    • πρώιμη εμμηνόπαυση, • δυσπλασία των γεννητικών οργάνων, • σαφείς όγκοι της μήτρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Menopause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Menopause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη