Μετάφραση του "Normal" σε Ελληνικά

Οι Κανονικό, κανονικός, φυσιολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά.

Normal
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανονικό

    Normal hyppighed i henhold artikel 11, stk. 2

    Κανονικό ποσοστό σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Normal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

normal γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονικός

    adjective masculine

    Anvendelsen begrænset til sæder bestemt til normal brug under kørsel på vej.

    Εφαρμογή περιοριζόμενη στα καθίσματα που είναι σχεδιασμένα για κανονική χρήση όταν το όχημα κινείται επί oδού.

  • φυσιολογικός

    adjective

    Der findes ikke en eneste normal politimand der ville kunne samarbejde med dem.

    Δεν υπάρχει ούτε ένας φυσιολογικός αστυνομικός που να μπορεί να δουλέψει μ'αυτούς τους ανθρώπους.

  • κανονικό

    neuter

    Man kan ikke komme i kontakt med et virkeligt menneske og skabe en normal dialog.

    Δεν υπάρχει τρόπος να συνομιλήσετε με κάποιο φυσικό πρόσωπο και να πραγματοποιήσετε κανονικό διάλογο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομαλός
    • συνηθισμένη
    • συνηθισμένο
    • καθιερωμένος
    • κανονική
    • κοινή
    • κοινό
    • κοινός
    • συνηθισμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη