Μετάφραση του "Obligation" σε Ελληνικά
Οι Ομόλογο, ομόλογο, ομολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Obligation" σε Ελληνικά.
Obligation
-
Ομόλογο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Obligation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
obligation
-
ομόλογο
nounInstrument A er en obligation med et fastsat udløbstidspunkt.
Το μέσο Α είναι ομόλογο με δηλωμένη ημερομηνία λήξης.
-
ομολογία
nounDen særligt dækkede obligation vil dog ophøre med at være belånbar til egen brug efter den oprindelige forfaldsdato.
Πάντως, μετά την αρχική ημερομηνία λήξης η καλυμμένη τραπεζική ομολογία καθίσταται ακατάλληλη για ίδια χρήση.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη