Μετάφραση του "Offentlig" σε Ελληνικά

Οι Δημόσιο, δημόσιος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offentlig" σε Ελληνικά.

Offentlig
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δημόσιο

    Ifølge dette scenario står den offentlige sektor for finansiering og indkøb af et driftsklart system med begrænset funktionsevne.

    Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο δημόσιος τομέας χρηματοδοτεί και προμηθεύεται ένα επιχειρησιακό σύστημα με περιορισμένες επιδόσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Offentlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

offentlig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος

    adjective masculine
  • κοινός

    adjective masculine

    Tilsvarende forpligtelser kan indgå i vilkårene, når der udstedes tilladelser til at udbyde offentligt tilgængelige tjenester.

    Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνονται ως όροι στις άδειες για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών.

Φράσεις παρόμοιες με "Offentlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Offentlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη