Μετάφραση του "Offentlig" σε Ελληνικά
Οι Δημόσιο, δημόσιος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offentlig" σε Ελληνικά.
Offentlig
-
Δημόσιο
Ifølge dette scenario står den offentlige sektor for finansiering og indkøb af et driftsklart system med begrænset funktionsevne.
Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο δημόσιος τομέας χρηματοδοτεί και προμηθεύεται ένα επιχειρησιακό σύστημα με περιορισμένες επιδόσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Offentlig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
offentlig
adjective
γραμματική
-
δημόσιος
adjective masculine -
κοινός
adjective masculineTilsvarende forpligtelser kan indgå i vilkårene, når der udstedes tilladelser til at udbyde offentligt tilgængelige tjenester.
Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνονται ως όροι στις άδειες για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών.
Φράσεις παρόμοιες με "Offentlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσια ασφάλεια
-
δημόσια τράπεζα
-
Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο
-
δημόσιο χρέος
-
δημόσια τάξη
-
κυβερνητικές περιβαλλοντικές δαπάνες
-
δημόσια λουτρά
-
κρυπτογράφηση δημόσιου κλειδιού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη