Μετάφραση του "Personlig" σε Ελληνικά

Οι Προσωπικό, προσωπικός, ιδιωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Personlig" σε Ελληνικά.

Personlig
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσωπικό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Personlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

personlig γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωπικός

    adjective

    Betydelig personlig formue, der kan anvendes til formål til fordel for regimet.

    Αξιοσημείωτος προσωπικός πλούτος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπέρ του καθεστώτος.

  • ιδιωτικός

    adjective

    Andre oplysninger: a) adresse er en tidligere adresse, b) chauffør og personlig bodyguard for Usama Bin Laden fra 1996 til 2001.

    Άλλες πληροφορίες: α) η διεύθυνση είναι παλαιότερη διεύθυνση, β) οδηγός και ιδιωτικός σωματοφύλακας του Οσάμα Μπιν Λάντεν από το 1996 μέχρι το 2001.

  • χαρακτηριστικός

    adjective

    Innovationsevne er nært forbundet med kreativitet som en personlig egenskab, der bygger på kulturelle og menneskelige kvaliteter og værdier.

    Η ικανότητα καινοτομίας συνδέεται στενά με τη δημιουργικότητα ως προσωπικό χαρακτηριστικό που βασίζεται σε πολιτιστικές και διαπροσωπικές δεξιότητες και αξίες.

Φράσεις παρόμοιες με "Personlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Personlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη