Μετάφραση του "Pupil" σε Ελληνικά

Οι Κόρη, κόρη, κόρη ματιού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pupil" σε Ελληνικά.

Pupil
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κόρη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pupil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pupil noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόρη

    noun feminine

    Han får anfald og hans højre pupil udspiles.

    Έχει κρίσεις και τώρα η κόρη του δεξιού οφθαλμού διαστέλλεται.

  • κόρη ματιού

    noun

    En anelse pupil sammentrækning.

    Ελαφρά συστολή κόρης ματιού.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pupil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη