Μετάφραση του "Spiller" σε Ελληνικά

Οι παίκτης, παίκτης, παίκτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spiller" σε Ελληνικά.

Spiller
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίκτης

    noun

    πρόσωπο που παίζει ένα παιχνίδι

    Spil på nummer seks, der har den største erfaring.

    Ο παίκτης Νο 6 έχει την περισσότερη εμπειρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spiller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

spiller noun verb common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίκτης

    noun masculine

    spiller af spil

    En klog spiller forstår at stoppe i tide.

    Ένας έξυπνος παίκτης, ξέρει πότε να τα παρατάει.

  • παίκτρια

    noun feminine

    Du distraherer spilleren, Pete.

    Αποσπάς την παίκτρια, Πιτ.

  • παίχτης

    noun masculine

    Og han er en spiller, jeg ikke vil miste.

    Και είναι ένας παίχτης που δεν θέλω να χάσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηθοποιός
    • θεατρίνος
    • μουσικός
    • οργανοπαίκτης

Εικόνες με "Spiller"

Φράσεις παρόμοιες με "Spiller" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spiller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη