Μετάφραση του "aggression" σε Ελληνικά

Οι επιθετικότητα, επίθεση, εχθρικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggression" σε Ελληνικά.

aggression Noun w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθετικότητα

    noun feminine

    Styrer man sin aggression korrekt, kan det afhjælpe mange svagheder.

    Η επιθετικότητα, αν διοχετευτεί σωστά, ξεπερνά πολλά ελαττώματα.

  • επίθεση

    noun feminine

    De første til at kæmpe imod den nordlige aggression, da Fort Sumter stod i flammer.

    Ήμασταν οι πρώτοι που πολεμήσαμε ενάντια στην επίθεση των Βόρειων όταν άρχισε ο πόλεμος στο Σάμτερ.

  • εχθρικότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aggression " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aggression"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aggression" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη