Μετάφραση του "andel" σε Ελληνικά
Οι μέρος, κοινή χρήση, μοιρασιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "andel" σε Ελληνικά.
andel
-
μέρος
noun neuterDen fremlagte analyse over omkostningernes fordeling gør det dog ikke muligt at fastslå denne andel med sikkerhed.
Η υποβληθείσα μελέτη όσον αφορά την κατανομή των εξόδων δεν επαρκεί για να προσδιοριστεί το εν λόγω μέρος.
-
κοινή χρήση
-
μοιρασιά
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " andel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη