Μετάφραση του "antikvar" σε Ελληνικά
Οι παλαιοβιβλιοπώλης, παλαιοπώλης, αρχαιόφιλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antikvar" σε Ελληνικά.
antikvar
w
-
παλαιοβιβλιοπώλης
masculine -
παλαιοπώλης
noun masculine -
αρχαιόφιλος
κάποιος που δείχνει θαυμασμό και αγάπη για τα αρχαία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " antikvar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Antikvar
-
αντικέρ
noun
Εικόνες με "antikvar"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη