Μετάφραση του "antikvar" σε Ελληνικά

Οι παλαιοβιβλιοπώλης, παλαιοπώλης, αρχαιόφιλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antikvar" σε Ελληνικά.

antikvar w
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλαιοβιβλιοπώλης

    masculine
  • παλαιοπώλης

    noun masculine
  • αρχαιόφιλος

    κάποιος που δείχνει θαυμασμό και αγάπη για τα αρχαία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antikvar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Antikvar
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντικέρ

    noun

Εικόνες με "antikvar"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antikvar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη