Μετάφραση του "antydning" σε Ελληνικά
Οι υπαινιγμός, υπονοούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antydning" σε Ελληνικά.
antydning
noun
common
γραμματική
-
υπαινιγμός
noun masculineAlene antydningen af at der ikke skulle findes et sådant sted, krænkede hendes retfærdighedssans.
Ακόμα και ο υπαινιγμός ότι ίσως δεν υπάρχει τέτοιος τόπος πρόσβαλλε το αίσθημά της περί δικαίου.
-
υπονοούμενο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " antydning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη