Μετάφραση του "arbejder" σε Ελληνικά
Οι εργάτης, εργάτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbejder" σε Ελληνικά.
arbejder
noun
verb
common
neuter
γραμματική
-
εργάτης
noun masculineFaktisk handler et af de smukkeste digte på det spanske sprog om udpantningen af en stakkels fattig arbejder.
Μάλιστα, ένα από τα ωραιότερα ισπανικά ποιήματα είναι αφιερωμένο στην κατάσχεση που υπέστη ένας φτωχός άτυχος εργάτης.
-
εργάτρια
noun feminineNummer et, har du en hest?Jeg kan pløje hele dagen, jeg er arbejder
Πρώτον, έχεις άλογο; Μπορώ να οργώνω όλη μέρα, είμαι εργάτρια
-
εργάτης, δουλευτής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arbejder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "arbejder"
Φράσεις παρόμοιες με "arbejder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδικευμένος εργάτης
-
Οι Εργάτες της Θάλασσας
-
Πρωτομαγιά
-
παραγωγή σε εξέλιξη
-
κατασκευή ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών ειδών
-
δημόσιο έργο
-
ανειδίκευτος εργάτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη