Μετάφραση του "arbejdstid" σε Ελληνικά

Οι χρόνος εργασίας, ωράριο εργασίας, ώρες εργασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbejdstid" σε Ελληνικά.

arbejdstid
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος εργασίας

    noun

    Den daglige arbejdstid defineres som arbejdstid inden for en sammenhængende periode på 24 timer.

    Ως καθημερινός χρόνος εργασίας ορίζεται ο χρόνος εργασίας εντός μιας συνεχούς περιόδου 24 ωρών.

  • ωράριο εργασίας

    Der er et stigende ønske fra tjenestemænd i alle lønklasser om en mere fleksibel arbejdstid.

    Υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση από μέρους των υπαλλήλων όλων των βαθμών για ελαστικότερο ωράριο εργασίας.

  • ώρες εργασίας

    Det sker formodentlig, fordi kvindernes arbejdstid nærmer sig mændenes længere arbejdstid.

    Αυτό ενδέχεται να συμβαίνει καθώς οι ώρες εργασίας των γυναικών εξομοιούνται με τις περισσότερες ώρες των ανδρών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arbejdstid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arbejdstid
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρόνος εργασίας

Φράσεις παρόμοιες με "arbejdstid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arbejdstid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη