Μετάφραση του "arm" σε Ελληνικά

Οι χέρι, μπράτσο, βραχίονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά.

arm noun adjective common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χέρι

    noun neuter

    Jeg tog ham i armen, og han rev den voldsomt til sig.

    Τον πήρα από τον χέρι για να γυρίσουμε πίσω και τραβήχτηκε με άγριο τρόπο.

  • μπράτσο

    noun neuter

    Det er det antibiotikum jeg giver dig for dit kniv sår på din arm.

    Eίvαι το αvτιβιοτικό που σου δίvω για το τραύμα στο μπράτσο.

  • βραχίονας

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχιονας
    • φτωχός
    • βραχίωνας
    • καημένος
    • αρμός
    • βραχίονας πρόσβασης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arm"

Φράσεις παρόμοιες με "arm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη