Μετάφραση του "arrogance" σε Ελληνικά

Οι αλαζονεία, υπεροψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrogance" σε Ελληνικά.

arrogance
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλαζονεία

    noun feminine
  • υπεροψία

    noun

    For nylig har den tyrkiske ledelses arrogance sågar vakt de tyrkiske cyprioters vrede.

    Τελευταία, η υπεροψία της τουρκικής ηγεσίας έχει εξοργίσει ακόμα και τους τουρκοκύπριους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arrogance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arrogance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη