Μετάφραση του "astma" σε Ελληνικά

Οι άσθμα, Άσθμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astma" σε Ελληνικά.

astma noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσθμα

    noun neuter
  • Άσθμα

    Har haft astma (herunder allergisk astma) inden for de seneste 12 måneder

    Άσθμα κατά τους τελευταίους 12 μήνες (συμπεριλαμβανομένου του αλλεργικού άσθματος)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "astma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έχω άσθμα · υποφέρω από άσθμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη