Μετάφραση του "astronaut" σε Ελληνικά

Το αστροναύτης είναι η μετάφραση του "astronaut" σε Ελληνικά.

astronaut noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστροναύτης

    noun masculine

    person der har fløjet i rummet

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astronaut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astronaut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη