Μετάφραση του "auktion" σε Ελληνικά

Οι πλειστηριασμός, δημοπρασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auktion" σε Ελληνικά.

auktion w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλειστηριασμός

    noun masculine

    Den elektroniske auktion kan finde sted i løbet af flere på hinanden følgende faser.

    Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να διεξάγεται σε διαδοχικές φάσεις.

  • δημοπρασία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auktion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "auktion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auktion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη