Μετάφραση του "autenticitet" σε Ελληνικά

Οι πιστοποίηση, Πιστοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autenticitet" σε Ελληνικά.

autenticitet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστοποίηση

    noun feminine

    udstedelse af certifikater til brug for autenticitet, elektronisk signatur og kryptering i forhold til brugere i og uden for ESCB, samt tekniske certifikater

    έκδοση πιστοποιητικών για πιστοποίηση ταυτότητας, ηλεκτρονική υπογραφή και κρυπτογράφηση για χρήστες εντός και εκτός του ΕΣΚΤ, καθώς και πιστοποιητικά υποσυστημάτων·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autenticitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Autenticitet
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πιστοποίηση

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autenticitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη