Μετάφραση του "autorisation" σε Ελληνικά
Το εξουσιοδότηση είναι η μετάφραση του "autorisation" σε Ελληνικά.
autorisation
noun
common
γραμματική
-
εξουσιοδότηση
noun feminineSiden 1997 har denne autorisation været begrænset til personbiler.
Από το 1997 η εν λόγω εξουσιοδότηση αντιπροσώπευσης, περιοριστικε αποκλειστικά και μόνο σε επιβατικά αυτοκίνητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autorisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "autorisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξουσιοδότηση βάσει ρόλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη