Μετάφραση του "autoritet" σε Ελληνικά

Οι αρχές, αρχή, εξουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autoritet" σε Ελληνικά.

autoritet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχές

    noun feminine
  • αρχή

    noun feminine
  • εξουσία

    noun feminine

    Du fastholder din autoritet og minder dem om, hvem der bestemmer.

    Να κρατήσεις την εξουσία σου, να τους θυμίσεις ποιος κάνει κουμάντο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autoritet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Autoritet
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξουσία

    I indser vel at autoriteterne aldrig vil anerkende...

    Γνωρίζεις φυσικά, ότι η Εξουσία ποτέ δεν θα αναγνωρίσει...

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autoritet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη