Μετάφραση του "babysitter" σε Ελληνικά

Οι μπέμπι−σίτερ, μπεϊμπισίτερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "babysitter" σε Ελληνικά.

babysitter noun verb common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπέμπι−σίτερ

    noun

    Jeg overtalte babysitteren til at tage fri i aften.

    Έπεισα την μπέμπι σίτερ να πάρει ρεπό απόψε.

  • μπεϊμπισίτερ

    noun

    Den ene fungerer som babysitter, den anden er en lille engel.

    Η μία είναι πολύ καλή μπεϊμπισίτερ, η άλλη είναι ένας μικρός άγγελος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " babysitter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "babysitter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη