Μετάφραση του "barn" σε Ελληνικά

Οι παιδί, τέκνο, παιδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barn" σε Ελληνικά.

barn noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιδί

    noun neuter

    ungt menneske - før puberteten [..]

    Alle hendes børn blev født med Downs syndrom.

    Όλα της τα παιδιά γεννήθηκαν με σύνδρομο Ντάουν.

  • τέκνο

    noun neuter

    Alle Guds børn her på jorden valgte Frelserens plan.

    Κάθε τέκνο του Θεού σε τούτη τη θνητότητα επέλεξε το σχέδιο του Σωτήρος.

  • παιδικός

    adjective

    Barnedyner må ikke udgøre en antændelighedsrisiko i børns omgivelser.

    Τα παιδικά παπλώματα δεν πρέπει να προκαλούν κίνδυνο ευφλεκτότητας στο περιβάλλον του παιδιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέκνον
    • ανήλικος
    • θυγατρικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "barn"

Φράσεις παρόμοιες με "barn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη