Μετάφραση του "besiddelse" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, αγαθά, κτήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "besiddelse" σε Ελληνικά.

besiddelse
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Diktatoren betragter i stadig højere grad landet som sin private besiddelse.

    Ο δικτάτορας αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο τη χώρα ως δική του ιδιοκτησία.

  • αγαθά

    noun neuter
  • κτήση

    noun

    Dette direktiv indeholder bestemmelser vedroerende konkurrenceskytters, jaegeres og forhandleres besiddelse, transport og erhvervelse af vaaben og ammunition.

    Αυτή η οδηγία περιλαμβάνει ρυθμίσεις σχετικά με την κατοχή, μεταφορά και κτήση όπλων και πυρομαχικών από σκοπευτές, κυνηγούς και εμπόρους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέσα
    • περιουσία
    • υπάρχοντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " besiddelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "besiddelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "besiddelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη