Μετάφραση του "bjergart" σε Ελληνικά
Οι πέτρωμα, βράχος, πέτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bjergart" σε Ελληνικά.
bjergart
-
πέτρωμα
noun neuterDe har altid den samme sammensætning som den bjergart, af hvilken de er brudt.
Η φυσική σύστασή τους παραμένει πάντοτε η ίδια όπως και το βασικό πέτρωμα από το οποίο προέρχονται.
-
βράχος
noun masculine -
πέτρα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bjergart " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη