Μετάφραση του "blegemiddel" σε Ελληνικά
Οι λευκαντικό, λευκαντική ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blegemiddel" σε Ελληνικά.
blegemiddel
-
λευκαντικό
noun neuterI den foreliggende sag er det ogsaa det foretrukne blegemiddel til mel.
Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί επίσης τον προτιμώμενο λευκαντικό παράγοντα των αλεύρων.
-
λευκαντική ουσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blegemiddel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη