Μετάφραση του "bly" σε Ελληνικά

Οι μόλυβδος, πόλυβδος, αγωγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bly" σε Ελληνικά.

bly noun Noun adjective neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόλυβδος

    noun masculine

    grundstof med atomnummer 82

    Brug af bly i sådanne materialer bør derfor undtages fra forbuddet.

    Η χρήση μολύβδου σε αυτά τα υλικά θα πρέπει, συνεπώς, να εξαιρείται από την απαγόρευση.

  • πόλυβδος

  • αγωγός

    noun
  • δίοδος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bly"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη