Μετάφραση του "bodybuilder" σε Ελληνικά

Το Bodybuilder είναι η μετάφραση του "bodybuilder" σε Ελληνικά.

bodybuilder noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Bodybuilder

    person der dyrker bodybuilding

    Alle ved at kunst er som kvindelige bodybuilders.

    Όλοι ξέρουν πως ένα έργο τέχνης είναι σαν τις γυναίκες bodybuilder.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bodybuilder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bodybuilder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη