Μετάφραση του "bor" σε Ελληνικά

Οι βόριο, δράπανο, τρυπάνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά.

bor noun verb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόριο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο B και ατομικό αριθμό 5 [..]

  • δράπανο

    noun neuter

    En menneskelig hjerne styrer fortsat teknologien, på samme måde som håndværkeren fortsat håndterer det elektriske bor, som har erstattet håndboret.

    Ένας ανθρώπινος εγκέφαλος θα διευθύνει πάντοτε την τεχνολογία, όπως ακριβώς ο τεχνίτης θα εξακολουθήσει να χειρίζεται το ηλεκτρικό δράπανο το οποίο αντικατέστησε το χειροδράπανο.

  • τρυπάνι

    noun neuter

    Jeg troede, det bor tilhørte en af mine fyre.

    Νόμιζα ότι το τρυπάνι ανήκει σε κάποιον δικό μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bor"

Φράσεις παρόμοιες με "bor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη