Μετάφραση του "bosiddende" σε Ελληνικά

Οι κάτοικος, ένοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bosiddende" σε Ελληνικά.

bosiddende
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάτοικος

    noun masculine

    Andre oplysninger: senest registeret som værende bosiddende på denne adresse

    Άλλες πληροφορίες: τελευταία έχει καταχωρηθεί ως κάτοικος στη διεύθυνση αυτή.

  • ένοικος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bosiddende " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bosiddende" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη