Μετάφραση του "bosiddende" σε Ελληνικά
Οι κάτοικος, ένοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bosiddende" σε Ελληνικά.
bosiddende
-
κάτοικος
noun masculineAndre oplysninger: senest registeret som værende bosiddende på denne adresse
Άλλες πληροφορίες: τελευταία έχει καταχωρηθεί ως κάτοικος στη διεύθυνση αυτή.
-
ένοικος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bosiddende " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη