Μετάφραση του "brud" σε Ελληνικά

Οι νυφίτσα, νύφη, παράβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brud" σε Ελληνικά.

brud noun neuter γραμματική

Brud (dyr)

+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νυφίτσα

    noun feminine
  • νύφη

    noun feminine

    Som brud viI jeg tage en kvinde, jeg er vokset op med.

    Θα πάρω για νύφη μια γυναίκα με την οποία μεγάλωσα μαζί.

  • παράβαση

    noun feminine

    Hans handlinger udgjorde et direkte brud på Hvideruslands internationale forpligtelser på menneskerettighedsområdet.

    Οι ενέργειές του συνιστούν άμεση παράβαση των διεθνών δεσμεύσεων της Λευκορωσίας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρήξη
    • καταστρατήγηση
    • παρανομία
    • σπάσιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brud " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Brud
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νυφίτσα

  • θραύση

    Brud på eller deformation af en side eller travers.

    Θραύση ή παραμόρφωση οποιασδήποτε μηκίδας ή διαδοκίδας του πλαισίου.

  • νύφη

    noun

    Bruden har bedt os om at korte seremonien ned, her i dag.

    Η νύφη μας παρακάλεσε να συντομεύσουμε τη σημερινή τελετή.

Εικόνες με "brud"

Φράσεις παρόμοιες με "brud" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brud" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη