Μετάφραση του "bruger" σε Ελληνικά

Οι χρήστης, καταναλωτής, χρήστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bruger" σε Ελληνικά.

bruger noun verb common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήστης

    noun masculine

    Det er derfor uklart, hvilken virkning indførelsen af antidumpingforanstaltninger vil få for denne bruger.

    Συνεπώς, ο αντίκτυπος των μέτρων στον εν λόγω χρήστη είναι ασαφής.

  • καταναλωτής

    noun

    Uønskede spionprogrammer installeres ofte sammen med det software, som brugeren køber.

    Ανεπιθύμητα κατασκοπευτικά προγράμματα είναι δυνατόν να εγκατασταθούν μαζί με το λογισμικό που αγοράζει ο καταναλωτής.

  • χρήστρια

    Noun feminine

    (153) Kommissionen råder over oplysninger, der tyder på, at en bruger, Rockwool, tegner sig for næsten hele produktionen af stenuld i Fællesskabet.

    (153) Τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή φανερώνουν ότι μία χρήστρια εταιρεία, η Rockwool, παράγει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής ορυκτοβάμβακα στην Κοινότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bruger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bruger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bruger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη