Μετάφραση του "caries" σε Ελληνικά
Οι τερηδόνα, Τερηδόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caries" σε Ελληνικά.
caries
-
τερηδόνα
noun feminineHuller i tænderne, eller caries, siges at være den hyppigste sygdom næst efter forkølelse.
Λέγεται πως η τερηδόνα είναι η πιο συχνή πάθηση των ανθρώπων μετά το κοινό κρυολόγημα.
-
Τερηδόνα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " caries " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη