Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά

Οι κεντρικός, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά.

central adjective noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρικός

    adjective masculine

    Det centrale krav er derfor, at der også er seriøse politikker til forebyggelse og slukning af brandene.

    Το κεντρικό ζητούμενο επομένως είναι να υπάρχουν επίσης σοβαρές πολιτικές πρόληψης και κατάσβεσης.

  • κύριος

    adjective

    Afskaffelse af kønsopdeling på arbejdsmarkedet er fortsat et centralt mål for beskæftigelsesstrategien.

    Η άρση του διαχωρισμού της απασχόλησης παραμένει κύριος στόχος της στρατηγικής απασχόλησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη