Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά
Οι κεντρικός, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά.
central
adjective
noun
common
γραμματική
-
κεντρικός
adjective masculineDet centrale krav er derfor, at der også er seriøse politikker til forebyggelse og slukning af brandene.
Το κεντρικό ζητούμενο επομένως είναι να υπάρχουν επίσης σοβαρές πολιτικές πρόληψης και κατάσβεσης.
-
κύριος
adjectiveAfskaffelse af kønsopdeling på arbejdsmarkedet er fortsat et centralt mål for beskæftigelsesstrategien.
Η άρση του διαχωρισμού της απασχόλησης παραμένει κύριος στόχος της στρατηγικής απασχόλησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κεντρική Ουγγαρία
-
κομβικός υπολογιστής
-
Κεντρική Βοημία
-
περιοχή δημόσιου κήπου στο κέντρο της πόλης
-
Κεντρική Υπερδουναβία
-
χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης
-
Κεντρική διαχείριση υπηρεσιών PerformancePoint
-
Σέντραλ Παρκ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη