Μετάφραση του "chlor" σε Ελληνικά

Οι χλώριο, χλωριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chlor" σε Ελληνικά.

chlor Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χλώριο

    noun neuter

    Foer hver analyse skal oploesningens indhold af aktivt chlor kontrolleres iodometrisk.

    Ελέγχεται με ιωδομετρία πριν από κάθε ανάλυση, ο τίτλος του διαλύματος σε ενεργό χλώριο.

  • χλωριο

    Metode 6 - CHLOR

    Μέθοδος 6 - ΧΛΩΡΙΟ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chlor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chlor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη