Μετάφραση του "disciplin" σε Ελληνικά

Οι πειθαρχία, επιστήμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disciplin" σε Ελληνικά.

disciplin noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθαρχία

    noun feminine

    Mekanismen for finansiel disciplin vil derfor ikke finde anvendelse i denne medlemsstat.

    Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα εφαρμοστεί στο εν λόγω κράτος μέλος.

  • επιστήμη

    noun feminine

    der ser sig selv som en tidligere disciplin i at studere den menneskelige psykologi.

    θεωρεί εαυτήν προαπαιτούμενη επιστήμη για τη μελέτη της ανθρώπινης ψυχολογίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disciplin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disciplin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disciplin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη