Μετάφραση του "disciplin" σε Ελληνικά
Οι πειθαρχία, επιστήμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disciplin" σε Ελληνικά.
disciplin
noun
common
γραμματική
-
πειθαρχία
noun feminineMekanismen for finansiel disciplin vil derfor ikke finde anvendelse i denne medlemsstat.
Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα εφαρμοστεί στο εν λόγω κράτος μέλος.
-
επιστήμη
noun feminineder ser sig selv som en tidligere disciplin i at studere den menneskelige psykologi.
θεωρεί εαυτήν προαπαιτούμενη επιστήμη για τη μελέτη της ανθρώπινης ψυχολογίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disciplin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disciplin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρατιωτική πειθαρχία
-
ακαδημαϊκό πεδίο
-
Αλπικό σκι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη