Μετάφραση του "domstol" σε Ελληνικά
Οι δικαστήριο, Δικαστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "domstol" σε Ελληνικά.
domstol
noun
common
γραμματική
-
δικαστήριο
noun neuterDen er et mål for, om en domstol kan følge med den indkommende sagsbyrde.
Μετρά κατά πόσον ένα δικαστήριο ανταποκρίνεται στον φόρτο των εισαχθεισών υποθέσεων.
-
Δικαστήριο
Den er et mål for, om en domstol kan følge med den indkommende sagsbyrde.
Μετρά κατά πόσον ένα δικαστήριο ανταποκρίνεται στον φόρτο των εισαχθεισών υποθέσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " domstol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "domstol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαστήριο εργατικών διαφορών
-
στρατοδικείο
-
τακτικό δικαστήριο
-
Διεθνές Δικαστήριο · Διεθνές Δικαστήριο (OHE) · Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης
-
δικαστήριο ανηλίκων
-
διεθνές δικαστήριο
-
θαλάσσια δικαιοδοσία
-
φορολογικό δικαστήριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη