Μετάφραση του "donor" σε Ελληνικά

Το δότης είναι η μετάφραση του "donor" σε Ελληνικά.

donor w
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δότης

    noun masculine

    Hvis du tager stoffer, kan barnet ikke blive donor.

    Αν χρησιμοποιήσεις ναρκωτικά, το μωρό σου δεν μπορεί να γίνει δότης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " donor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "donor"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "donor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη