Μετάφραση του "doven" σε Ελληνικά

Το τεμπέλης είναι η μετάφραση του "doven" σε Ελληνικά.

doven adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεμπέλης

    adjective

    Jeg kunne ikke lide arbejdet på gården, og han troede, jeg var doven.

    Το ξέρεις ότι δε μου άρεσε να δουλεύω στη φάρμα και απλά νόμιζε ότι ήμουν τεμπέλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη