Μετάφραση του "drossel" σε Ελληνικά
Οι κίχλη, τσίχλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drossel" σε Ελληνικά.
drossel
noun
common
γραμματική
-
κίχλη
noun feminine -
τσίχλα
noun feminineEn drossel på træk reducerer sin kropsvægt med knap 50 procent på en titimers flyvetur.
Παρόμοια, μια αποδημητική τσίχλα μπορεί να χάσει σχεδόν το μισό βάρος της σε μια δεκάωρη πτήση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drossel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη